Τετάρτη 9 Αυγούστου 2017

Συμβούλιο εκδικήσεως


Η υπόθεσίς μου μετά την κατάθεση της εφέσεώς μου στο ΑΥΣΕ από τον δικηγόρο μου βαίνει αισίως σύμφωνα με τον νόμο και το Ιερόν Ευαγγέλιον, με την διαφορά κατά την άποψη ενός μητροπολίτου ο οποίος τονίζει ότι ο νόμος ησθένησεν αργεί το Ευαγγέλιον. Αποφασίζουμε, δηλαδή, χωρίς να ρωτάμε ούτε τον νόμο ούτε το Ευαγγέλιο. Και με τη θεωρεία του εγωμορφισμού με απέλυσαν από την εργασία μου.  
Τα μέλη του ΑΥΣΕ συνεδρίασαν χωρίς την παρουσία μου και αποφάσισαν δια το μέλλον μου έχοντας ως ευαγγέλιο τα έγγραφα του κ. Φαραντάτου και των επιλεγμένων μαρτύρων κατηγορίας μου προχώρησαν εις την έκδοση της αποφάσεως χωρίς να με καλέσουν σε απολογία. Ο  δε εισηγητής Β.Σ1., εσκεμμένα αγνοώντας τους νόμους χωρίς κλήση σε απολογία πρότεινε να απορριφθεί στο σύνολό της η έφεσίς μου. Δια του τρόπου αυτού εφανέρωσε εις τους διώκτες μου ότι τους προσφέρει τις θετικές του νομικές υπηρεσίες.  
Χαράς ευαγγέλια δια τον κ. Φαραντάτο και τους ομοίους του. Στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος Ηρακλείου Αττικής διεδίδετο η είδηση μετά χαράς και ψυχικής αγαλλιάσεως παρουσία κληρικών και λαϊκών από τον μάρτυρα  κατηγορίας ιερέα Κ.Μ. πρώην κατήγορο του κ. Φαραντάτου και μετά την εκλογή του σε μητροπολίτη αυλικό του, ότι το ΑΥΣΕ συνεδρίασε δια την υπόθεσή μου και με απέλυσε οριστικώς. Επίσης ο έτερος και μη εξαιρετέος μάρτυρας κατηγορίας αρχ. Χ.Π. τον οποίο ο μητροπολίτης Κων/νος τίμησε ιδιαιτέρως κάνοντάς τον για ένα χρόνο οδηγόν του με απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών. Ο εν λόγω αρχ. διέδιδε εις το νεκροταφείο του Κόκκινου Μήλου την είδηση της απολύσεώς μου. Τα της ειδήσεως αυτής τα διέδιδε όταν κατά σύμπτωση ήτο εφημέριος στο κοιμητήριο του Κόκκινου Μήλου από το οποίο ελάμβανε οικονομικές αποδοχές της εφημερίας του. Κληρικοί που άκουσαν τους Κ.Μ. και Χ.Π. να διαδίδουν την είδηση αυτή με ενημέρωσαν δια τηλεφώνου και με ρώτησαν αν αληθεύει αυτή η είδηση. Εγώ εξεπλάγην εις το άκουσμα αυτό και τους πληροφόρησα ότι είναι ψέματα και ότι δεν έχει συνεδρίαση το ΑΥΣΕ, διότι εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα το εγνώριζα.

Εν αγνοία μου τους πληροφόρησα ψευδώς. Δυστυχώς το ΑΥΣΕ είχε συνεδριάσει και η ανωτέρω είδηση ήτο αληθείς πέρα ως πέρα, προς πλήρη ικανοποίηση του κ. Φαραντάτου και των συνεργατών του. Το εκκλησιαστικό δικαστήριο χρησιμοποιώντας τη δύναμή του εις βάρος μου δια την υπ` αριθ. 1/8-3-2001 πράξη του (έγγραφο 1ο), έσκυψε τον αυχένα στους διώκτες μου οι οποίοι από εδώ και πέρα ενήργησαν αστραπιαία δια τα περεταίρω.
Ο μητροπολίτης πρώην Νέας Ιωνίας Κων/νος Φαραντάτος μεθυσμένος από το κρασί του μίσους, συνέταξε την υπ` αριθ. 235/19-3-2001 πράξη (έγγραφο 2ο) και δια του υπ` αριθ. πρωτ. 236/19-3-2001 εγγράφου του (έγγραφο 3ο) την κοινοποίησε στο Εθνικό Τυπογραφείο δια την δημοσίευση της απολύσεώς μου. Το Εθνικό Τυπογραφείο δημοσίευσε εις το ΦΕΚ 60/21-3-2001 (έγγραφο 4ο) την πράξη της απολύσεώς μου την οποία ο μητροπολίτης Κων/νος δια του υπ` αριθ. πρωτ. 234/27-3-2001 εγγράφου του (έγγραφο 5ο) την κοινοποίησε με δικαστικό επιμελητή εις εμέ.           

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ
τέως οδηγός Ιεράς Μητροπόλεως Ν. Ιωνίας και Φιλαδελφείας.

                     
 1  Ο εισηγητής Β.Σ. ήτο δικηγόρος στο υπουργείο Παιδείας αποσπασμένος στην Ι. Σύνοδο.




Έγγραφο 1ο
1η απόφαση του ΑΥΣΕ (οριστική απόλυση)
 



 
Έγγραφο 2ο

 
Έγγραφο 3ο

 
Έγγραφο 4ο


 
Έγγραφο 5ο

 

Κυριακή 6 Αυγούστου 2017

Εμπρόθεσμη έφεση εις το ΑΥΣΕ


Ο γραμματεύς της μητροπόλεως π. Δημήτριος Παπαγρηγορίου μου παρέδωσε στο γραφείο της γραμματείας το κατωτέρω δημοσιευόμενο έγγραφο με αριθ. πρωτ. 503/19-9-2000 το οποίο περιείχε το υπ` αριθ. 2/5-6-2000 πρακτικό του Τριμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Επίσης την ίδια ημέρα δικαστικός επιμελητής μου κοινοποίησε στο γραφείο της γραμματείας της μητροπόλεως το ίδιο πρακτικό το οποίο δημοσίευσα στην προηγούμενη ανάρτηση.
Κατόπιν αυτής της απροσδόκητης και καταστροφικής για εμένα αποφάσεως περί οριστικής απολύσεως, ο δικηγόρος μου, κατέθεσε εμπρόθεσμα στο Ανώτατο Υπηρεσιακό Συμβούλιο (ΑΥΣΕ) έφεση, την οποία κοινοποιώ κατωτέρω.                

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ
τέως οδηγός Ιεράς Μητροπόλεως Ν. Ιωνίας και Φιλαδελφείας.


 
 
 
1η έφεση στο ΑΥΣΕ.
ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΑΝΩΤΕΡΟΥ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
ΕΦΕΣΗ
Του Γρηγορίου Αριστοφ. Σταμούλη, κατοίκου Ν. Φιλαδελφείας Αττικής, οδός Τ., αρ. 3.  
ΚΑΤΑ
1. Της Ιεράς Μητρόπολης Ν. Ιωνίας και Φιλαδελφείας. Λεωφ. Ηρακλείου, αρ. 340, νομίμως εκπροσωπουμένης υπό του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτου Κωνσταντίνου Φαραντάτου.
2. Της από 5.6.2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου Υπαλλήλων Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών και Ι. Μητροπόλεων η οποία περιέχεται στο υπ` αριθ. 2/5.6.2000 πρακτικό.
                                                          .................................
Εκκαλώ την από 5.6.2000 απόφαση του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου Υπαλλήλων Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών και Ι. Μητροπόλεων που περιέχεται στο υπ` αριθ. 2/5.6.2000 πρακτικό, για τους παρακάτω νόμιμους, βάσιμους και αληθινούς λόγους, και για όσους επιφυλάσσομαι να προσθέσω αργότερα.
Α’   Λόγος
Στέρηση του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως.
Το άρθρο 119 του Κανονισμού υπ` αριθ. 5/1978 «Περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων» της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος προβλέπει ότι «Αι εις πρώτον βαθμόν καταδικαστικαί αποφάσεις εκδίδονται επί ποινή ακυρότητος μετ` έγγραφον κλήσιν του υπαλλήλου εις απολογίαν...», η οποία «καθορίζει το αποδιδόμενον πειθαρχικόν αδίκημα και τάσσει εύλογον προθεσμίαν προς απολογίαν, πάντως ουχί βραχυτέραν των τριών ημερών. Η προθεσμία αυτή δύναται να παραταθεί επί δεδικαιολογημένη εγγράφω αιτήσει του καλουμένου». Επίσης, στο ίδιο άρθρο προβλέπεται ότι «Προ της απολογίας δικαιούται ο υπάλληλος να λάβει γνώση της σχηματισθείσης δικογραφίας».
Είναι φανερό ότι σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η παροχή στον διωκόμενο υπάλληλο της δυνατότητας να λάβει γνώση των αποδιδομένων πειθαρχικών αδικημάτων και να αμυνθεί προσηκόντως δια της απολογίας του. Η μεγάλη βαρύτητα του δικαιώματος απολογίας του διωκόμενου εμφαίνεται από την πρόβλεψη ποινής ακυρότητας των καταδικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται άνευ εγγράφου κλήσεως του υπαλλήλου σε απολογία, από την πρόβλεψη ελάχιστης προθεσμίας προς απολογία καθώς και της δυνατότητας παράτασης αυτής αιτήσει του υπαλλήλου, ο οποίος δικαιούται να λάβει γνώση της σχηματισθείσας δικογραφίας. Απώτερος σκοπός των παραπάνω είναι να εξασφαλισθούν οι προϋποθέσεις για την πληρέστερη άμυνα του διωκόμενου εν όψει των αποδιδομένων αδικημάτων.
Πράγματι την 2.6.2000 και ώρα 13:10 μμ, μου κοινοποιήθηκε η υπ` αριθ. πρωτ. 72 Κλήση σε απολογία του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου Υπαλλήλων Ι Αρχιεπισκοπής Αθηνών και Ι. Μητροπόλεως δια της οποίας εκλήθην να παρασταθώ αυτοπροσώπως στο Συμβούλιο και να εκθέσω τις απόψεις μου την 5.6.2000 και ώρα 8.30 πμ. Η εν λόγω κλήση ουδόλως καθόριζε το αποδιδόμενο πειθαρχικό αδίκημα και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έταζε εύλογη προθεσμία προς απολογία, αφού μου κοινοποιήθηκε Παρασκευή μεσημέρι και με καλούσε να παρασταθώ στο Συμβούλιο στις 8.30 πμ της προσεχούς Δευτέρας. Είναι φανερό ότι ήταν πρακτικώς αδύνατον να μπορέσω να προετοιμάσω την απολογία μου, από τη στιγμή που, όχι μόνο δεν γνώριζα τα αποδιδόμενα σε εμένα αδικήματα, αλλά επιπλέον οι δυο ημέρες που μεσολαβούσαν ήταν σαββατοκύριακο, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να λάβω γνώση της δικογραφίας, αλλά και να συμβουλευθώ δικηγόρο σχετικά με το τι έπρεπε να πράξω εν όψει μιας τόσο σοβαρής και δυσάρεστης για μένα κατάστασης. Κατόπιν των ανωτέρω, απέστειλα επιστολή στο ως άνω Συμβούλιο δια της οποίας ζητούσα να μου γνωστοποιηθούν οι εις βάρος μου κατηγορίες. Η επιστολή μου αυτή αγνοήθηκε εντελώς και το Συμβούλιο προχώρησε στην έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεώς του, χωρίς ουσιαστικά να μου παρασχεθεί η νομοθετικά και συνταγματικά κατοχυρωμένη δυνατότητα απολογίας.
Είναι προφανές ότι το Συμβούλιο προέβη σε στενή και εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 119 παρ. 7 του υπ` αριθ. 5/1978 Κανονισμού, αφού αφενός δεν αναφέρει στην κλήση μου σε απολογία τα αποδιδόμενα αδικήματα, ώστε να γνωρίζω τα θέματα για τα οποία καλούμαι να απολογηθώ, αφετέρου η τασσόμενη προθεσμία σε απολογία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί εύλογη, τη στιγμή που αφορούσε, όπως έμαθα εκ των υστέρων, 12 πειθαρχικά αδικήματα, πολλά εκ των οποίων ήταν ιδιαίτερα σοβαρά, επισύροντα ακόμα και βαρύτατες ποινικές ευθύνες, ήταν δε βραχύτερη από την ελάχιστη προβλεπόμενη, παρέχοντάς μου μόνο ένα σαββατοκύριακο, κατά το οποίο εκ των πραγμάτων ήταν αδύνατον να ενημερωθώ και να συντάξω την απολογία μου. Επομένως, για το λόγο αυτό, δέον όπως εξαφανισθεί η εκκαλουμένη.
Β’   Λόγος
Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας
Όπως συνάγεται από την ίδια την εκκαλουμένη, δεν στοιχειοθετήθηκε κατηγορία για τα 7 εκ των 12 συνολικώς αποδιδομένων αδικημάτων για τα οποία παραπέμφθηκα στο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Απέμειναν επομένως 5 αδικήματα. Ωστόσο η εκκαλουμένη στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της κρίσης της για τα 12 αυτά αδικήματα, περιοριζόμενη στην απλή παράθεση αποσπασμάτων των καταθέσεων των μαρτύρων, χωρίς αξιολόγηση αυτών, και παραλείποντας να αποφανθεί ειδικώς για κάθε ένα εκ των αποδιδομένων αδικημάτων. Μόνο για την τελείως ανυποστήρικτη και βαρύτατη κατηγορία της απιστίας περί την υπηρεσία, η εκκαλουμένη αναφέρει επιγραμματικώς ότι «δεν στοιχειοθετείται κατηγορία δια το πειθαρχικόν παράπτωμα της απιστίας περί την Υπηρεσίαν», χωρίς όμως να υπεισέρχεται σε ανάλυση των υπολοίπων βαρύτατων κατηγοριών, για τις οποίες τελικώς δεν προέκυψαν επιβαρυντικά στοιχεία ώστε να στοιχειοθετηθούν. Εντελώς επιγραμματικά απαριθμεί 5 αδικήματα στα οποία θεωρεί ότι υπέπεσα, σιωπώντας εντελώς για πολλά εκ των 12 αδικημάτων. Η πρόχειρη αυτή εξέταση των αποδιδομένων αδικημάτων φαίνεται και από τις αντιφάσεις της εκκαλουμένης, η οποία απέρριψε την κατηγορία περί πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων μου, ενώ συγχρόνως δέχθηκε ότι απέχω από αυτά, δημιουργώντας το εύλογο ερώτημα, πως είναι δυνατόν να απέχω από την εκτέλεση των καθηκόντων μου αλλά ταυτόχρονα να τα εκτελώ επιμελώς.
Επομένως καθίσταται εντελώς ασαφής και αδύνατη η σύνδεση μαρτυριών και κατηγοριών. Ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας έχουν επιλεγεί αποσπασματικά τμήματα διαφόρων καταθέσεών τους, που προσεκτικότερη ανάλυση θα αποδείκνυε τις αντιφάσεις στις οποίες οι μάρτυρες αυτοί έχουν υποπέσει, για δε τις ελάχιστες καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, η εκκαλουμένη με λακωνικό τρόπο αναφέρει ότι αφού έρχονται σε πλήρη αντίθεση προς τις καταθέσεις κατηγορίας, υφίστανται «σαφείς απορίες». Δυστυχώς οι απορίες αυτές δεν αναλύονται και το χειρότερο όλων είναι ότι το Τριμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο έλαβε σαφή θέση υπέρ των μαρτύρων κατηγορίας αγνοώντας παντελώς τους μάρτυρες υπεράσπισης άνευ συζητήσεως και αιτιολογίας.
Επομένως και για τον λόγο αυτό δέον όπως εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση περί οριστικής παύσεώς μου.
Στο σημείο αυτό επιθυμώ να θέσω υπ` όψιν σας ότι οι ψευδέστατες και εξωφρενικές καταθέσεις 6 μαρτύρων κατηγορίας δεν με άφησαν απαθή, για το λόγο αυτό κατέθεσα την από 8.6.1999 μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση εναντίον των Χ. Π., Αρχιμανδρίτου, Γεωργίου Σουλιώτη, Πρωτοπρεσβυτέρου, Π.Ρ., Αρχιμανδρίτου, Κ.Μ. ιερέως, Δ.Β., Εμπόρου και Κων/νου Φαραντάτου (Μητροπολίτου).
Γ’   Λόγος
Ειδικότερα επί των αδικημάτων που τελικώς διαπιστώνει η εκκαλουμένη ότι υπέπεσα.
Την 1.9.1984 προσελήφθην από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου για την κάλυψη θέσεως Κλητήρα-Οδηγού των Γραφείων της Ιεράς Μητρόπολις Ν. Ιωνίας και Φιλαδελφείας, θέση στην οποία μονιμοποιήθηκα με την από 27.8.1985 απόφαση του Τριμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Ι. Συνόδου, εντασσόμενος στον κλάδο ΣΕ Κλητήρων-Οδηγών, με την υπ` αριθμ. 199/29.10.1985 πράξη δημοσίευσης του ΦΕΚ και του σχετικού Πρωτοκόλλου ορκωμοσίας. Από την ισχύ του ν. 2190/1984 (ΦΕΚ 28 Α) και σύμφωνα με το άρθρο 38, κατετάγην στον κλάδο ΔΕ 3 οδηγού αυτοκινήτου, χρόνος υπηρεσίας στον βαθμό Γ’, 7 έτη, 6 μήνες, 2 ημέρες.
Στην εν λόγω θέση, δηλαδή οδηγού του Μητροπολιτικού Αυτοκινήτου, υπηρέτησα κανονικά και ανελλιπώς, με πάθος, σύνεση, ευσέβεια και απόλυτη εμπιστοσύνη και επιδεικνύοντας πάντα άψογη συμπεριφορά, από την 1.10.1984 μέχρι την 11.12.1997, ως οδηγός του Μητροπολιτικού αυτοκινήτου.
Από το τέλος του έτους 1995, για αγνώστους σε εμένα λόγους, άρχισε να διαμορφώνεται σταδιακά εις βάρος μου μια εχθρική και επιθετική συμπεριφορά εκ μέρους του Μητροπολίτη κ. Κωνσταντίνου Φαραντάτου, ενώ τα προηγούμενα δυο έτη η σχέση μας υπήρξε αρμονική και χωρίς προβλήματα.
Εντελώς ξαφνικά, χωρίς καμία αιτία και αφορμή, την 11.12.1997, μετά από όλα αυτά τα χρόνια που εργαζόμουν καθημερινά ως οδηγός, ο Σεβασμ. Μητροπολίτης με έπαυσε προφορικά και πρακτικά με το να μην χρησιμοποιεί δηλαδή τις υπηρεσίες μου, από τη θέση που κατείχα ως οδηγός του Μητροπολιτικού αυτοκινήτου.
Ειδικότερα, ενώ βρισκόμουν σε εγκεκριμένη, από τον ίδιο τον Μητροπολίτη, άδεια στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, τα Γιάννενα, πήρε τα κλειδιά του Μητροπολιτικού αυτοκινήτου και τα έδωσε στον υπάλληλο της Ι. Μητροπόλεως, Πατέρα Δημήτριο Παπαγρηγορίου, με σκοπό να το οδηγήσει ο ίδιος, ο οποίος όμως δεν αρκέστηκε μόνο σ` αυτό, αλλά το παραχώρησε μάλιστα και στο γιο του για να το οδηγήσει, παρκάροντάς το μάλιστα απροκάλυπτα έξω από το σπίτι τους, παρόλο που σύμφωνα με ρητή διάταξη της υπ` αριθμ. 40009/1953 Εγκυκλίου, όλα τα κρατικά αυτοκίνητα στην περιοχή Αθηνών-Πειραιώς-Θεσσαλονίκης οφείλουν να σταθμεύουν σε ενιαίους χώρους στάθμευσης (Γκαράζ) υποχρεωτικά.
Με μια σειρά νομοθετημάτων, Υπουργικών Αποφάσεων και εγκυκλίων ρυθμίζονται λεπτομερώς τα θέματα χρήσης, κίνησης, κυκλοφορίας κτλ. των υπηρεσιακών αυτοκινήτων οχημάτων. Συγκεκριμένα, για τους Μητροπολίτες γίνεται ειδική μνεία μεταξύ των προσώπων που δικαιούνται την χρήση υπηρεσιακών αυτοκινήτων. Σύμφωνα δε, με την ρητή διάταξη της περίπτ. γ’ της παρ. 3, του άρθρου 2 του Ν.Δ. 2396/53 και την υπ` αριθμ. 40009/1953 Εγκύκλιο, απαγορεύεται η οδήγηση του υπηρεσιακού αυτοκινήτου από οποιοδήποτε άτομο εκτός του υπευθύνου οδηγού. Υπεύθυνος οδηγός, θεωρείται αυτός που έχει προσληφθεί, διαθέτοντας τα ουσιαστικά και τα προβλεπόμενα από το νόμο τυπικά προσόντα και είναι ουσιαστικά υπεύθυνος και υπόλογος για κάθε υπαίτια βλάβη η φθορά του.
Εγώ ήμουν ο κατά νόμο διορισμένος στην οργανική αυτή θέση και η απασχόλησή μου αφορούσε αποκλειστικά και μόνον το συγκεκριμένο υπηρεσιακό αυτοκίνητο της Ιεράς Μητροπόλεως Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας, το οποίο είναι πολύ παλαιάς τεχνολογίας (30 ετών) και χωρίς τις σύγχρονες ενδείξεις λειτουργίας και ήμουν ο μόνος που γνώριζα τόσο καλά την λειτουργία του, τις τεχνικές του ανάγκες, ενώ το φρόντιζα με μεγάλη επιμέλεια και προσοχή και το διατηρούσα σε πολύ καλή κατάσταση. Και ξαφνικά, κατά την περίοδο που απουσίαζα με άδεια και συγκεκριμένα την 11.12.1997, ο Σεβασμ. Μητροπολίτης έδωσε τα κλειδιά στο ανωτέρω πρόσωπο, που δεν είναι κατά νόμο διορισμένος στην οργανική θέση του οδηγού και δεν φέρει καμία ευθύνη για τις τυχόν προκληθείσες ζημιές στο αυτοκίνητο. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που υπέβαλα αίτηση στην Τροχαία Νέας Ιωνίας για τον έλεγχο του μητροπολιτικού οχήματος, για να απαλλαγώ δηλαδή από οποιαδήποτε ευθύνη εάν τυχόν συνέβαινε ατύχημα καθήν διάρκεια το αυτοκίνητο δεν οδηγείτο από εμέ.
Πράγματι λοιπόν από τον Δεκέμβριο του 1997 έπαυσα να είμαι οδηγός του μητροπολιτικού αυτοκινήτου, κατόπιν αποφάσεως του Σεβασμ. Μητροπολίτη, χωρίς ποτέ να μου εξηγηθούν οι λόγοι, και τελείως ενάντια στην βούλησή μου. Τη θέση αυτή υπηρέτησα με ζήλο και υπευθυνότητα για 13 ολόκληρα έτη, και την παύση μου από αυτήν όχι μόνο δεν επεδίωξα, αλλά αντιθέτως τη θεώρησα ως βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας μου, καθώς πέραν των εισοδημάτων που απώλεσα, επήλθαν και άλλες δυσάρεστες αλλαγές, με σημαντικότερη το ότι ο Σεβασμ. Μητροπολίτης με έβγαλε από τον προθάλαμο, που με είχε τοποθετήσει μετά από δική του παρέμβαση, και με ‘’πέταξε’’ στην κυριολεξία στο πλατύσκαλο της Ιεράς Μητροπόλεως, αποκόβοντάς με τελείως από τους άλλους υπαλλήλους της Ι. Μητροπόλεως που βρίσκονται κανονικά μέσα στα γραφεία της, χωρίς φυσικά προηγουμένως να με ενημερώσει η να μου κοινοποιήσει κάποια απόφαση της βλαπτικής αυτής μεταβολής των όρων και συνθηκών εργασίας μου. Σημειωτέον ότι ενώ καθ` όλη την διάρκεια της θητείας μου στην παραπάνω Ι. Μητρόπολη, στεγαζόμουν κανονικά, όπως και οι υπόλοιποι υπάλληλοι, εντός των Γραφείων της ως άνω Ιεράς Μητροπόλεως, ήδη από την 5.11.1996, ο Σεβασμ. Μητροπολίτης, από το άνετο ανεξάρτητο γραφείο που είχα στην διάθεσή μου, με παραγκώνισε σε ένα πλατύσκαλο στο χώλ του δευτέρου ορόφου, που χρησίμευε ουσιαστικά ως προθάλαμος για τα υπόλοιπα γραφεία και χώρος υποδοχής του κοινού, το οποίο στερείται κλιματισμού, χωρίς προηγουμένως να μου έχει γνωστοποιήσει την πρόθεσή του αυτή και να μου έχει εξηγήσει τους λόγους της μειωτικής για εμένα μεταφοράς. Παράλληλα ο Σεβασμ. Μητροπολίτης άρχισε να μου συμπεριφέρεται με τρόπο μειωτικό για την προσωπικότητά μου αποκαλώντας με επιδεικτικά και περιφρονητικά ‘’κλητήρα’’ ενώπιον τρίτων, συναδέλφων κα μη.
Για όλους αυτούς τους λόγους αναγκάστηκα να καταθέσω την από 26.1.1999 Αγωγή μου κατά της Ιεράς Μητρόπολης και του Σεβασμ. Μητροπολίτη η οποία συζητήθηκε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών την 12.5.2000, χωρίς να έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα απόφαση. Με την Αγωγή μου αυτή ζητώ να διαταχθούν τα νόμιμα ώστε να εκλείψουν οι άνω βλαπτικές μεταβολές των όρων και συνθηκών της εργασίας μου και να χρησιμοποιηθώ εκ νέου ως οδηγός του Μητροπολιτικού αυτοκινήτου, να επανατοποθετηθώ στα γραφεία της Μητρόπολης, ώστε να μην προσφέρω τις υπηρεσίες μου πλέον από το πλατύσκαλό της, να απαγορευθεί σε οποιοδήποτε άτομο, εκτός εμού, που είμαι ο μόνος νόμιμα διορισμένος στην οργανική θέση του οδηγού, να χρησιμοποιεί το Μητροπολιτικό αυτοκίνητο, γιατί αποκλειστικά υπεύθυνος και υπόλογος για τυχόν βλάβη επί του αυτοκινήτου είμαι εγώ, αφού καμιά νόμιμα ειλημμένη απόφαση δεν μου κοινοποιήθηκε περί εκπτώσεώς μου, από τη θέση του οδηγού του Μητροπολιτικού αυτοκινήτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να με αποζημιώσουν για τις αποδοχές τις οποίες απώλεσα και την ηθική βλάβη που υπέστην. Κατά τη συζήτηση δε της αγωγής μου, η Ιερά Μητρόπολη κατέθεσε ανταγωγή με την οποία ζητούσε από εμέ, έναν «κλητήρα» να καταβάλω το εξωφρενικό ποσό των 30.000.000 δρχ. για ηθική βλάβη που δήθεν τους προξένησα.
Καθίσταται σαφές από τα παραπάνω, ότι ουδόλως διέπραξα το πειθαρχικό αδίκημα της αδικαιολογήτου αποχής από της εκτελέσεως των καθηκόντων, αντιθέτως έφθασα στο σημείο να ζητήσω δικαστικώς την επαναφορά μου στη θέση του οδηγού, επομένως, η περί αυτού κρίση της εκκαλουμένης είναι εσφαλμένη και μονομερής, καθώς, στερώντας μου όπως προανέφερα το δικαίωμα απολογίας και έκθεσης των απόψεών μου, αρκέσθηκε στο να υιοθετήσει αυτούσιους τους ισχυρισμούς της αντιδίκου μου.
Είναι εύλογο ότι η άσχημη αυτή τροπή της κατάστασης, δημιούργησε ένα δυσάρεστο κλίκα στον εργασιακό μου χώρο, με την ευθεία αυτή αντιπαράθεση με την αντίδικό μου Ι. Μητρόπολη, στην οποία όμως εξωθήθηκα λόγω ακριβώς των προαναφερθεισών βλαπτικών μεταβολών της εργασίας μου. Η άσκηση όμως των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων μου παροχής έννομης προστασίας από τα Δικαστήρια, εξελήφθη από την αντίδικο ως ασέβεια και μη προσήκουσα συμπεριφορά η αναξιοπρεπής στάση, με αποτέλεσμα να κατηγορηθώ για σωρεία πειθαρχικών αδικημάτων.
Εσφαλμένως εκτίμησε η εκκαλουμένη το αποδεικτικό υλικό, και χωρίς όπως προαναφέρθηκε να εκθέσω τις απόψεις μου δια απολογίας, με αποτέλεσμα να μου καταλογίσει 5 εκ των 12 αρχικώς πειθαρχικών αδικημάτων. Τα υπ` αριθ. 1,  2 και 4 πειθαρχικά αδικήματα που δήθεν διέπραξα, περί ασκήσεως κριτικής, αναξιοπρεπούς διαγωγής και μη προσήκουσας συμπεριφοράς προς τους προϊσταμένους, συγκλίνουν όλα σε ασεβή συμπεριφορά μου. Είναι όμως φανερό, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ότι η αντίδικος, ενοχλημένη από την άσκηση της αγωγής μου, θεωρεί αυτήν και μόνο ως ασεβή και αναξιοπρεπή συμπεριφορά. Ουσιαστικά δηλαδή παραπέμφθηκα στο Πειθαρχικό Συμβούλιο και μου επεβλήθη η χειρίστη των ποινών, ήτοι η οριστική παύση, γιατί τόλμησα να παραπονεθώ για την αδικαιολόγητη βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας μου, για την δραματική μείωση των αποδοχών μου μετά από 13 συνεχή έτη υπηρεσίας και για την κατάφωρη προσβολή της προσωπικότητάς μου, ζητώντας δικαστική προστασία, όπως δικαιούται κάθε Έλληνας πολίτης σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους.
Δημιουργείται η εύλογη απορία, πως είναι δυνατόν επί 10 τουλάχιστον έτη, όπως βεβαιώθηκε και στην πλειονότητα των μαρτυρικών καταθέσεων, ακόμα και από μάρτυρες κατηγορίας, να υπήρξα άριστος, αξιόπιστος και αγαπητός υπάλληλος της Ι. Μητρόπολης, και ξαφνικά να μεταλλάχθηκα σε ασεβή, ανεύθυνο, οκνηρό και εριστικό άνθρωπο. Κανείς εκ των μαρτύρων δεν μπόρεσε να δώσει μια σοβαρή εξήγηση γι` αυτό το ...περίεργο φαινόμενο, αντιθέτως υφίσταται μια τεράστια και ακραία διάσταση απόψεων, αφού κάποιοι μάρτυρες προέβησαν σε ιδιαιτέρως ειδεχθείς περιγραφές του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς μου, ενώ πολλοί είπαν τα καλύτερα λόγια για μένα και το ήθος μου και την αφοσίωση στην εργασία μου.
Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι τελείως ανυπόστατες οι κατηγορίες περί ασέβειας και ανάρμοστης συμπεριφοράς που μου αποδίδονται, υπαγορευόμενες από εκδικητικότητα και εμπάθεια, επειδή αναγκάσθηκα να κινηθώ δικαστικώς. Όπως υπήρξα άψογος στην εκτέλεση των καθηκόντων μου και στις σχέσεις μου με συναδέλφους και προϊσταμένους για περισσότερο από μια δεκαετία, γεγονός που αναγνωρίζουν όλοι οι μάρτυρες, των οποίων τις καταθέσεις επικαλείται η εκκαλουμένη, έτσι συνεχίζω μέχρι και σήμερα να παρέχω με σύνεση και σεβασμό τις υπηρεσίες μου, με μοναδική διαφορά ότι δεν υπέμεινα απαθώς την ξαφνική, αδικαιολόγητη και προσβλητική βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας μου. Επομένως, όλως εσφαλμένως, και χωρίς προηγούμενη ακρόασή μου, η εκκαλουμένη θεώρησε ότι υπέπεσα στα αδικήματα της άσκησης κριτικής, αναξιοπρεπούς διαγωγής και μη προσήκουσας συμπεριφοράς προς τους προϊσταμένους.
Τέλος, η εκκαλουμένη δέχθηκε την κατηγορία περί βραδείας προσέλευσης και προώρου αποχωρήσεως από την Υπηρεσία. Ουδέποτε απουσίασα αδικαιολογήτως από την εργασία μου όπως αποδεικνύεται και από τις 18.3.98,   23.3.98,  26.3.1998,  6.4.1998 εξώδικες δηλώσεις-απαντήσεις μου στις ξαφνικές και συχνές παρατηρήσεις στο πρόσωπό μου, σχετικά με δήθεν απουσίες μου, όπου απαντώ σε όλες αυτές τις εντελώς ψευδείς κατηγορίες εναντίον μου, ότι δήθεν λείπω από την εργασία μου χωρίς άδεια. Οσάκις απουσίασα από την εργασία μου, αυτό οφείλετο είτε σε αιφνίδια ασθένεια (πονόδοντος) είτε για εκτέλεση εξωτερικών εργασιών στα πλαίσια των καθηκόντων μου. Είναι τουλάχιστον κακοήθειες τέτοιες κατηγορίες προερχόμενες από την αντίδικο, αφού όλες οι παρεξηγήσεις και αμφιβολίες που δημιουργήθηκαν σχετικά με τα καθήκοντά μου και τις αρμοδιότητές μου, ήταν αποτέλεσμα της με πρωτοβουλία της αντιδίκου και του Σεβασμ. Μητροπολίτη βλαπτικής μεταβολής των συνθηκών εργασίας μου.
Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι δεν έχω υποπέσει σε κανένα από τα πειθαρχικά αδικήματα που θεώρησε η εκκαλουμένη ως διαπραχθέντα από εμένα και ότι όλως εσφαλμένως μου επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής παύσης, δέον λοιπόν όπως εξαφανισθεί η εκκαλουμένη.
Δ’  Λόγος
Εξάντληση της αυστηρότητας της επιβαλλόμενης ποινής
Τα πειθαρχικά αδικήματα στα οποία διαπιστώνει η εκκαλουμένη ότι υπέπεσα, αναφέρονται στο άρθρο 92 παρ. 3 του υπ` αριθ. 5/1978 Κανονισμού περί «Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων» και συγκεκριμένα στα εδάφια στ,  ι,  ια,  ιγ και ιη. Σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 4 εδ. α, «την ποινή της οριστικής παύσεως δύναται να επιβάλη ο πειθαρχικός δικαστής μόνον δια τα εξής αδικήματα: α) Παράβασιν του άρθρου 92 παρ. 3 περ. α και λ». Τα υπό α και λ αδικήματα ουδέποτε τελέστηκαν από εμένα και δεν συμπεριλαμβάνονται καν στις κατηγορίες της αντιδίκου εις βάρος μου. Το άρθρο 93 παρ. 4 του Κανονισμού απαριθμεί περιοριστικά τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να επιβληθεί από τον πειθαρχικό δικαστή η ποινή της οριστικής παύσεως. Αντιπαραθέτοντας τα αδικήματα στα οποία δήθεν υπέπεσα σύμφωνα με την εκκαλουμένη, με τα περιοριστικός απαριθμούμενα στο άρθρο αυτό, καθίσταται σαφές ότι τα τέσσερα εκ των πέντε καταλογιζόμενων σε εμένα αδικημάτων δεν εμπίπτουν σε εκείνα για τα οποία σύμφωνα με τον Κανονισμό μπορεί να επιβληθεί οριστική παύση.
Απομένει λοιπόν μόνο το αδίκημα της «χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς και αναξίας εκκλησιαστικού υπαλλήλου διαγωγή εν Υπηρεσία, ιδιαιτέρως δε εντός Ι. Ναών». Όπως επαρκώς αποδείχθηκε ανωτέρω, ουδέποτε υπήρξα ασεβής και ουδέποτε επέδειξα αναξιοπρεπή διαγωγή, αντιθέτως υπέστην και υφίσταμαι ακόμη και σήμερα τις συνέπειες της τόλμης μου να διεκδικήσω τα νόμιμα δικαιώματά μου ασκώντας αγωγή κατά της αντιδίκου.
Η εκκαλουμένη επιβάλλοντας μου την ποινή της οριστικής παύσης εξήντλησε την αυστηρότητά της, καθώς μου επέβαλε τη χειρίστη δυνατή ποινή, επιβαλλόμενη από εξαιρετικές μόνο περιστάσεις, παρόλο που η ίδια απέρριψε ως ανυπόστατες και μη στοιχειοθετημένες τις περισσότερες κατηγορίες και μάλιστα χωρίς να μου έχει δοθεί η δυνατότητα να απολογηθώ. Τα δε τέσσερα από τα πέντε αδικήματα που τελικώς μου κατελόγισε δεν επισύρουν ποινή οριστικής παύσης σύμφωνα με τον Κανονισμό 5/1978. Ακόμη όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υπέπεσα σε κάποια ασέβεια, θα μπορούσε να μου επιβληθεί μια επιεικέστερη ποινή. Δέον λοιπόν όπως και για το λόγο αυτό εξαφανισθεί η εκκαλουμένη.
Ε π ε ι δ ή εκ των ανωτέρω ασφαλώς αποδείχθηκε ότι δεν διέπραξα κανένα από τα αποδιδόμενα σε εμένα πειθαρχικά αδικήματα.
Ε π ε ι δ ή αρμόδιο προς εκδίκαση της παρούσας είναι το Υμέτερο Ανώτατο Υπηρεσιακό Συμβούλιο, ενώπιον του οποίου εμπροθέσμως ασκώ την παρούσα έχοντας έννομο συμφέρον και το κατά νόμο δικαίωμα προς τούτο.
                                                        ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
επιφυλασσόμενος παντός νομίμου δικαιώματός μου
ΑΙΤΟΥΜΑΙ
Να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεσή μου στο σύνολό της.
Να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη από 5.6.2000 απόφαση του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου Υπαλλήλων Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών και Ι. Μητροπόλεως που περιέχεται στο από υπ` αριθ. 2/5.6.2000 πρακτικό και
Να καταδικασθεί η εφεσίβλητη στη δικαστική μου δαπάνη.
Αθήνα, 2 Οκτωβρίου 2000
                                                                                                         Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος
ΠΑΝΟΣ ΒΑΣ. ΠΑΠΑΛΕΛΟΥΔΗΣ

 

Τρίτη 1 Αυγούστου 2017

Απόφαση συμφερόντων


Ο γραμματέας της μητροπόλεως π. Δημήτριος Παπαγρηγορίου με πληροφόρησε ότι τον ενημέρωσαν δια τηλεφώνου από τη Σύνοδο ότι δικαστικός επιμελητής θα μου κοινοποιήσει σήμερα την κλήση για τη συνεδρίαση του Τριμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου για την υπόθεσή μου. Πράγματι στις 2/6/2000 και ώρα 13:30 μμ., προσήλθε στη μητρόπολη δικαστικός επιμελητής και μου παρέδωσε εκτός του κτιρίου (το ωράριο λειτουργίας των γραφείων ήτο 9,00 – 13,00), την κατωτέρω δημοσιευόμενη κλήση με αριθ. πρωτ. 72/1-6-2000 δια τη συνεδρίαση του Τριμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου εις τα γραφεία της Ιεράς Συνόδου.
Η κλήση προς απολογίαν δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έταζε εύλογη προθεσμία, αφού μου κοινοποιήθηκε Παρασκευή μεσημέρι και με καλούσε να παραστώ στο Συμβούλιο στις 8:30 πμ. της προσεχούς Δευτέρας. Είναι φανερό ότι ήταν πρακτικώς αδύνατον να μπορέσω να προετοιμάσω την απολογία μου, από τη στιγμή που όχι μόνον δεν γνώριζα τα αποδιδόμενα εις εμέ αδικήματα, αλλά επιπλέον οι δυο ημέρες που μεσολαβούσαν ήταν σαββατοκύριακο με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να λάβω γνώση της δικογραφίας, αλλά και να συμβουλευθώ δικηγόρο σχετικά με το τι έπρεπε να πράξω. Δια τον λόγο αυτόν κατέθεσα τη Δευτέρα στη Σύνοδο το κατωτέρω δημοσιευόμενο έγγραφο με αριθ. πρωτ. 2696/5-6-2000 δια την αναβολή της συζητήσεως.

Τα μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου θεώρησαν την παρουσία μου περιττή κατά τη συνεδρίαση και προχώρησαν στη συζήτηση και στην έκδοση της αποφάσεως η οποία αναφέρεται στο κατωτέρω δημοσιευόμενο Πρακτικό υπ` αριθμ. 2/1-6-2000 δια την οριστική μου απόλυση. Είχα την ψευδαίσθηση ότι ο μητροπολίτης και πρόεδρος του Υπηρεσιακού Συμβουλίου θα κατανοούσε το μίσος που έτρεφε ο μητροπολίτης Κων/νος Φαραντάτος δια την πλήρη εξόντωσή μου και θα έβαζε τέλος εις τον διωγμό μου μη ικανοποιώντας στο έπακρο την επιθυμία του συναδέλφου του μητροπολίτη Κων/νου δια την πλήρη καταστροφή μου. Σκοπός του Τριμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου όπως αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων δεν ήτο η μετάταξή μου σε μη εκκλησιαστική υπηρεσία όπως αρχικά ο κ. Φαραντάτος ήθελε και εγώ ζητούσα, αλλά η επιθυμία μου δεν πραγματοποιήθηκε με αποτέλεσμα να με εξοντώσουν, γι` αυτό και δεν έλαβαν την θεμιτή απόφαση επί του θέματός μου.              
Δια του παρόντος εγγράφου μου εκφράζω με πόνο ψυχής την αγανάκτηση και τη λύπη μου δια τον μητροπολίτη πρόεδρο του Υπηρεσιακού Συμβουλίου και δημοσιεύω την επιστολή που είχα στείλει προς αυτόν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δια το κακό το οποίο έπραξε εις βάρος μου.                   

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ
τέως οδηγός Ιεράς Μητροπόλεως Ν. Ιωνίας και Φιλαδελφείας.





κ. Χρυσόστομε Συνετέ,

κάποτε στο σπίτι του μακαριστού ΤΙΜΟΘΕΟΥ ΜΑΤΘΑΙΑΚΗ όταν σου προσέφερα τον καφέ, μου έλεγες χαρακτηριστικά, ‘’για να σ` έχει ο ΤΙΜΟΘΕΟΣ μέσα στο σπίτι του είσαι καλός όσο καλός είναι και ο ΤΙΜΟΘΕΟΣ’’.
Πέρασαν τα χρόνια και συ ο ίδιος στις 2/6/2000 ημέρα Παρασκευή μου έστειλες κλήση με αριθμό πρωτοκόλλου 72/1-6-2000 για απολογία, και την Δευτέρα 5/6/2000 με δίκαζες. Σκόπιμη η ενέργειά σου. Πως είναι δυνατόν; Ενώ μεσολαβούσε Σαββατοκύριακο να ετοιμάσω την απολογία μου;
Στο πολυσέλιδο πόρισμά σου περί οριστικής απολύσεως από την εργασία μου στην σελίδα 18 παρ. 1. γράφεις: Εκ των αναλυτικώς αναφερθέντων ανωτέρω ενόρκων καταθέσεων κατηγορίας-δια τας καταθέσεις υπερασπίσεως των δύο κληρικών, αι οποίαι έρχονται εις πλήρη αντίθεσιν προς τας καταθέσεις κατηγορίας και μάλιστα αμφισβητούνται τα λεχθέντα υπό των μαρτύρων κατηγορίας, υπάρχουν σαφείς απορίαι-συνάγεται ότι:. Γιατί αυτός ο διαχωρισμός στους μάρτυρες; Μην ξεχνάς ότι και συ κάποτε ήσουν κατηγορούμενος για κάποιους λόγους, είχες την ίδια αντιμετώπιση; Δεν κάλεσες μάρτυρες υπερασπίσεως; Η κλήση σου είχε προθεσμία ένα Σαββατοκύριακο;

Αφού με γνώριζες προσωπικά, στο περιβάλλον του κυρού ΤΙΜΟΘΕΟΥ,  γιατί δέχθηκες τις εις βάρος μου συκοφαντικές δυσφημίσεις; Επειδή ο κ. Φαραντάτος επιστράτευσε 17 μάρτυρες κατηγορίας στην πλειοψηφία τους κληρικούς χωρίς άποψη και προσωπικότητα να με κατηγορήσουν ότι τους έλεγα πουτάνες πούστιδες, να βγάλουν τα ράσα και να πάμε να πιδιχτούμε κ. α, πως έγιναν  πιστευτά τα λόγια τους από εσένα για να κατηγορηθώ;
Μην ξεχνάς το περιστατικό στην Λάρισα στις 15/5/1997 στην εορτή του Αγίου Αχιλλείου παρουσία όλων των Αρχών είπες εσύ ότι ένας δημοσιογράφος σε εκβιάζει όπως και τον κ. Φαραντάτο, (που ήτο εκεί), Γιατί δεν τον εκάλεσες ως μάρτυρα υπερασπίσεώς σου στο δικαστήριο για να βεβαιώσει και αυτός ότι εκβιαζόταν από τον ίδιο δημοσιογράφο;

Επίσης σου υπενθυμίζω ένα γεγονός στο Ψυχικό και στο σπίτι του Αρχιεπισκόπου κυρού Σεραφείμ με τον οποίο είχες στενές σχέσεις. O ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος κυρός Σεραφείμ είπε παρουσία σου ότι, δεν πρόκειται να κάνει Μητροπολίτη τον κ. Φαραντάτο, γνωρίζεις πολύ καλά,  όπως και εγώ, τους λόγους για τους οποίους ο κυρός Σεραφείμ δεν ήθελε την επισκοποίηση του κ. Φαραντάτου.
Δικαιολογείσαι από την ιδιότητά σου και την διδασκαλία του Χριστού να επιβάλλεις τέτοια ποινή, θα ήθελες να τεθείς εκτός Ιεραρχίας; Η να λάβεις την εσχάτη των ποινών όταν ήσουν κατηγορούμενος;

Διαθέτεις χρήμα, δύναμη, διασυνδέσεις. Η συνείδησή σου δεν σε ελέγχει για την άδικη εις βάρος μου ποινή με αποτέλεσμα έως σήμερα να ταλαιπωρούμαι στα δικαστήρια;
Τον ΤΙΜΟΘΕΟ ΜΑΤΘΑΙΑΚΗ τον αποκαλούσαν οι Συνοδικοί, ο άρχοντας της Ιεραρχίας. Είναι δυνατόν ο άνθρωπος αυτός να είχε άμεσο συνεργάτη ένα βρώμικο άνθρωπο όπως με παρουσιάζουν οι όμοιοι του κ. Φαραντάτου; Πως επίστευσες τον κ. Φαραντάτο; Σου υπενθυμίζω ότι με αυτόν συνεργάστηκα άψογα τέσσερα χρόνια. Πως έκανε στροφή 180° εις βάρος μου;  Μην ξεχνάς ότι την περίοδο των καλών ημερών και σχέσεών μου με τον κ. Φαραντάτο ήλθαμε δύο φορές στη Ζάκυνθο (ενθρόνιση 25/6/1994 και εορτή 13/11/1994).

Στο έγγραφό του με αριθμό πρωτοκόλλου 2449/1999   προς την Ιερά Σύνοδο και τον Αρχιεπίσκοπο στη σελίδα 2 αναφέρει ο κ. Φαραντάτος τα εξής: Ούτος μη αρκούμενος εις όσα εν τοις Γραφείοις διέδιδε εκυκλοφόρησε και λίβελλον αισχροτάτου περιεχομένου καθ` ημών και πολλών Κληρικών. Βεβαίως ο λίβελλος είναι άνευ υπογραφής, αυτά, όμως τα οποία διαλαμβάνει ούτος τα εξετόξευε ο περί ου εντός των Γραφείων ημών και ηπείλει :  «θα δήτε τι πάθετε, θα τρέχετε και δεν θα φθάνετε».  Ότι ούτος είναι ο λιβελλογράφος μαρτυρεί πρόσωπόν τι, το οποίον έχει εις χείρας του μαγνητοταινίαν της μετ` αυτού συνομιλίας καθώς και μαρτυρίαν προσώπου εργαζομένου παρ` αυτώ.
Επίσης σε άλλο έγγραφό του με αριθμό πρωτοκόλλου 301/2-7-1998  προς του Υπουργείο Εσωτερικών Διεύθυνση Κρατικών Αυτοκινήτων στη σελίδα 2 αναφέρει ότι: Σημειωτέον δε ότι δεις στάθμευσε το αυτοκίνητο επί της οδού Αχαρνών και μου πέταξε τα κλειδιά του αυτοκινήτου λέγων να εύρω άλλο πρόσωπο να κάνη τον οδηγό. Πως δεν ασχολήθηκες καθόλου με αυτά τα έγγραφά του; Γνωρίζεις τι ακριβώς συνέβη; Μελέτησες τη δικογραφία για να βεβαιωθείς για τα πεπραγμένα του; Πιστεύω ότι γνωρίζεις, δεν θέλησες να λάμψη η αλήθεια.

Οι δύο ανωτέρω αναφορές του κ. Φαραντάτου φανερώνουν την αδυναμία του και την ανικανότητά του να αντιμετωπίσει με ρεαλισμό τα γεγονότα, την αλήθεια και τις μαρτυρίες. Γι` αυτό χρησιμοποιεί φανταστικούς μάρτυρες. Μέχρι σήμερα του ζητώ με εισαγγελικές παραγγελίες να μου δώσει τα στοιχεία των μαρτύρων και τις κασέτες και δεν έχω ουδεμία απάντηση. Βγάλε τα συμπεράσματά σου.   
Σε συγχαίρω για την άποψή σου, σε ότι αφορά το όριο ηλικίας για την συνταξιοδότηση των Μητροπολιτών, έχεις απολύτως δίκαιο, είναι δυνατόν ένας κακούργος και υπέργηρος Μητροπολίτης (μη ακούων και μη βλέπων και υποβασταζόμενος), να ταλαιπωρεί όσο ζει κληρικούς και λαϊκούς και να σκανδαλίζει με τα έργα του τους πιστούς; Ήτο  ατύχημα για τη Μητρόπολη Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας το γεγονός ότι δεν εξελέγη Μητροπολίτης ο Σεβασμιώτατος Πέτρος Δακτυλίδης που κατά κοινή ομολογία είναι επίσκοπος εις τύπον και τόπον Χριστού και δεν θα ταλαιπωρούσε με ανακρίσεις και δικαστήρια κληρικούς και λαϊκούς και θα οδηγούσε την Μητρόπολη σύμφωνα με το πνεύμα του Ευαγγελίου και των Ιερών Κανόνων.                   

                                                     Ο αδίκως απολυθείς                                      
                Γρηγόριος Σταμούλης
                     Οδηγός Μητροπολιτικού αυτοκινήτου
                         Ιεράς Μητροπόλεως Ν. Ιωνίας & Φιλ/φείας

Ο μητροπολίτης δεν απάντησε στην ανωτέρω επιστολή.